Παρασκευή

Τελευταία μέρα.

Ξημέρωσε η Παρασκευή. Μέρα που πιθανόν να πήγαιναν για ψάρεμα οι άντρες της παρέας. Ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Την επομένη αναχωρούσαν απο το νησί. 
Σηκώθηκε στην ώρα της και ετοιμάστηκε για την καθιερωμένη επίσκεψη στο φούρνο. Την είχε φάει ο ποδαρόδρομος. Ήταν η πρώτη φορά που αντί να βάλει κιλά στις διακοπές, έχασε κιόλας. 
Μπήκε στο καφέ. Μίλησαν τα μάτια...
Λίγο αργότερα, ξαπλωμένη στην παραλία, προσπαθούσε να φέρει την κουβέντα στο ψάρεμα και τελικά πήρε την απάντησή της. ΟΧΙ, δε θα πήγαιναν. Και τότε μαυροφόρεσε. Γύρισε μπρούμυτα στην ξαπλώστρα. Μαζί με το μυαλό της ας καιγόταν και το σώμα της και αφού δεν μπορούσε να της το κάψει ο Θησέας, ας το καιγε ο ήλιος. 
Το τελευταίο αυτό βράδυ περιποιήθηκε σχολαστικότατα τον εαυτό της. Τουλάχιστον στην τελευταία ανάμνησή του να ήταν όμορφη, αφού δε θα είχε και τίποτα άλλο από αυτήν. Μπήκε και βγήκε κανα δυο φορές στο μαγαζί εκείνο το βράδυ, με διάφορες δικαιολογίες. Στη συνέχεια μίλησαν αρκετή ώρα στο τηλέφωνο. Αποχαιρετίστηκαν . 
- Μόλις φτάσετε να με πάρεις. 
Ένα πράγμα ήξερε μόνο: θα της έλειπε πολύ !
Αντίο όμορφο νησί. Αντίο μωρό μου!

Σάββατο

4η ημέρα διακοπών (συνέχεια)

Έβαλε το μαύρο φουστανάκι της, το κόκκινο στριγκάκι της, πήρε αγκαζέ τη φιλενάδα της και ξεκίνησαν για μια βόλτα στα μαγαζιά, η οποία σαφώς και κατέληξε στο γνωστό καφέ. Τσέκαρε από μακριά που καθόταν και διάλεξε ένα τραπέζι ακριβώς απέναντι του. Σαν σωστός καταστηματάρχης που προσέχει τους "καλούς" πελάτες, πήρε ο ίδιος παραγγελία από τα κορίτσια. Έφερε τους καφέδες και κάθισε στη θέση του. Οι ματιές έκαιγαν ολόκληρο δάσος. Τον έπιασε να προσπαθεί να δει κάτω απο το φουστανάκι της. Δεν υπήρχε λόγος να τον δυσκολεύει. Άνοιξε λίγο τα πόδια της και τότε τον είδε να γουρλώνει τα μάτια του. ...σίγουρα δε γουρλώθηκαν μόνο τα μάτια του... Η επόμενη κίνησή του ήταν να κατεβάσει την μπλούζα του. Κάτι προσπαθούσε να κρύψει. Όσο και να προσπαθούσε όμως, ήταν τόσο εμφανής η στύση του που την τρέλανε ακόμα περισσότερο.
Τον είδε να σηκώνεται, να μπαίνει στο μαγαζί και ερχόμενος ξανά προς την έξοδο της έκανε νόημα να πάει στην τουαλέτα. Αυτή έπαιξε λίγο με τη σαντιγί, λέρωσε τα χέρια της για να χει μια καλή δικαιολογία και κατευθύνθηκε στην τουαλέτα. Εκείνη την ώρα, ερχόταν και αυτός απο πίσω της κρατώντας δυο ρολά  χαρτί υγείας. Καμουφλάζ.
Με το που έκλεισε η πόρτα, όρμηξαν σα λυσσασμένα σκυλιά. Να προλάβουν να αρπάξουν όσο περισσότερο μπορέσουν απο τη λεία τους. Οι ανάσες τους καυτές, τα φιλιά τους ατίθασα, τα χέρια τους μπλεγμένα.
-Δεν αντέχω άλλο, της ψιθύρισε.
Τον καταλάβαινε, τον ένιωθε, τον πίστευε. Και το δικό της σώμα το ίδιο φώναζε....
Βγήκε πρώτος. Η Αριάδνη έπλενε τα χέρια της, έφτιαξε τα μαλλιά της και με την ησυχία της κάθισε στο τραπέζι της. Τα πράγματα όμως τώρα ήταν πιο δύσκολα. Η φωτιά, όχι μόνο είχε ανάψει αλλά έκαιγε ό,τι έβρισκε στο πέρασμά της. Το κακό (;) ήταν οτι ήθελαν και οι δυο να καούν. Συνέχισε να τον προκαλεί, ανοιγοκλείνοντας τα πόδια της. Όλως τυχαίως του έπεσαν τα τσιγάρα, μετά ο αναπτήρας. Ήθελε να δει τον παράδεισό του και αυτή δε θα του στερούσε τη θέα, για κανέναν λόγο.
Το κινητό της, τη συνέφερε και την προσγείωσε στην πραγματικότητα. Ήρθε η ώρα να φύγει. Δεν ήθελε όμως. Και τι δε θα δινε να εξαφανίζονταν όλοι και να έμεναν οι δυο τους, Εκεί, μόνοι, για λίγο...

Κυριακή

4η ημέρα διακοπών

Το προηγούμενο βράδυ πήγε και ήρθε πολλές φορές... Ήταν ένα δύσκολο βράδυ... Σκεφτόταν όλα όσα έγιναν... σκεφτόταν πώς ήθελε να γίνουν... Ναι, είχε απογοητευτεί... Το χε πλάσει αλλιώς στη φαντασία της... το είχαν συζητήσει πολλές φορές και το είχαν φανταστεί αλλιώς. 
Ξημέρωσε η 4η μέρα... ημέρα Πέμπτη... Σηκώθηκε, μπήκε στο μπάνιο, άφησε το νερό να τρέξει πάνω της παγωμένο. Ήθελε να μουδιάσει το μυαλό της. Όχι, όχι, δεν είχε τύψεις κι ας μη το άξιζε ο άντρας της. Ο άντρας της.... Ο μόνος άντρας, ίσως, που έκανε και θα έκανε ανά πάσα ώρα και στιγμή τα πάντα για αυτή. Δεν είχε αυταπάτες. Ούτε περίμενε από τον Θησέα τέτοιες θυσίες. Αν και ενδόμυχα το ήθελε. 
Βγήκε απ' το μπάνιο χωρίς να έχει σταματήσει ούτε λεπτό να σκέφτεται. Ντύθηκε, μακιγιαρίστηκε ελαφρώς και βγήκε για την καθιερωμένη επίσκεψη στο φούρνο. Κι όμως, ακόμα η καρδιά της χτυπούσε περίεργα... Μπήκε στο καφέ... Το κλίμα περίεργο.. Την κοιτούσε κάπως...
-Καλημέρα, ένα freddo σκέτο, του χαμογέλασε πλατιά. 
Οι ματιές διεισδυτικές. Τα μάτια θέλαν να δουν πίσω από την εικόνα, να διαβάσουν το μυαλό.
-Καθίστε και θα σας το φέρω.
Επέλεξε το ίδιο τραπέζι που κάθισε και την προηγούμενη φορά. Καλά που σκέφτηκε να πάρει και ένα περιοδικό μαζί της.
Της έφερε τον καφέ.
-Συγνώμη για χθες. Τρέμουν τα πόδια μου αυτή τη στιγμή. Συγνώμη.
-Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη. Οι συνθήκες ήταν πολύ επικίνδυνες. Η αλήθεια είναι ότι ξενέρωσα. Ξενέρωσα όμως γιατί το είχα φανταστεί αλλιώς. 
-Κάνε με κι άλλο σκατά.
-Βρε μωρό μου, σου εξηγώ για ποιο λόγο ξενέρωσα. Ένιωσα λίγο φτηνή.
-Δεν ήταν φτηνό, μη το ξαναπείς. 
-Δεν έχει αλλάξει κάτι, να το ξέρεις. Σε θέλω όσο και πριν, μπορεί και περισσότερο. 
Μπήκε και βγήκε στο μαγαζί πολλές φορές. Κάθε φορά και με δικαιολογία στα χέρια. Ναι, στα χέρια. Τη μια με τον τουριστικό οδηγό του νησιού, στεκούμενος από πάνω της τάχα της έδειχνε κάτι παραλίες. Την άλλη, με ένα μπουκαλάκι εμφιαλωμένο νερό που ξέχασε να της φέρει... 
Εδώ που τα λέμε αγαπητή μου, όλες αυτές οι κινήσεις του ήταν ένα είδος θυσίας. Ήδη τους είχε πάρει χαμπάρι η γειτονιά κι όμως προσπαθούσε.
-Πώς θα γίνει να βρεθούμε;, τη ρώτησε.
-Ελπίζω να πάνε για ψάρεμα. Αλλά που θα πάμε;
-Τα έχω κανονίσει όλα, μη στεναχωριέσαι. Αλλά πρέπει να ξέρω.
-Δεν μπορώ να σου πω με σιγουριά. Σήμερα δε γίνεται; Οι άντρες της παρέας θα πάνε να δουν το ματς. Δε μπορείς να ξεκλέψεις 2 ώρες;
-Με τίποτα, Τι θα πω; Πού πάω;Πού θα αφήσω το μαγαζί;
-Δεν ξέρω. Παρακάλα να πάνε για ψάρεμα! Πρέπει να φύγω.
-Όποτε μπορείς πάρε με.
Και έφυγε. Όταν ξάπλωσε στην ξαπλώστρα, κάτω από τον καυτό ήλιο ένα πράγμα σκεφτόταν. Παρακαλούσε να πάνε για ψάρεμα. Ίσως αν είχε χρόνο με το Θησέα να ήταν διαφορετικά, να ήτα όπως το είχαν φανταστεί. Προσπαθούσε να τους ψαρέψει αλλά και αυτοί δεν ήταν πολύ σίγουροι. Τζίφος!
Το βραδάκι, οι άντρες της παρέας βγήκαν για να δουν το ματς. Οι γυναίκες θα πήγαιναν για καφέ. Πού αλλού; 
Φόρεσε ένα μαύρο κοντό φορεματάκι. Εσώρουχο; Είχε δίλημμα: κόκκινο ή καθόλου; Τελικά αποφάσισε κόκκινο. Ναι! Θα τον τρέλαινε απόψε! 





Τετάρτη

3η ημέρα διακοπών

Από την προηγούμενη μέρα είχαν κανονίσει να βρεθούν στις 9 το πρωί στο καφέ. Προέκυψε όμως η κρουαζιέρα και η Αριάδνη πήγε για ακόμη μια μέρα στο φούρνο, αλλά πολύ νωρίς, γύρω στις 8 και κάτι. Έκανε τα ψώνια της και πήγε να πάρει τον καφέ της. Δεν ήταν όμως. Οπότε έφυγε. 
Ξεκίνησαν την κρουαζιέρα τους. Δε μπόρεσε να απομονωθεί καθόλου για να τον ενημερώσει. Όταν αργά το απόγευμα, επέστρεψαν, όπως ήταν με το μαγιό και τα αλάτια ξεκίνησε για το καρτοτηλέφωνο. Ανηφορίζοντας τον πήρε τηλ.
-Πού είσαι όλη μέρα? Ανησύχησα.
-Μωρό μου δε μπόρεσα να σε πάρω. Πήγαμε κρουαζιέρα. Ανεβαίνω προς τα πάνω.
Φτάνοντας στο καρτοτηλέφωνο, βρήκε κόσμο και περίμενε τη σειρά της. ... άντε ρε γαμώτο...τώρα θα τα πεί όλα;...  
Τον είδε να βγαίνει από το καφέ, κρατώντας κλειδιά και να έρχεται προς το μέρος της. Μόλις την έφτασε, του ψιθύρισε 
- Να έρθω; 
Ταυτόχρονα όμως της είπε:
-Έλα. 
Τον άφησε να φύγει μερικά βήματα μπροστά και τον ακολούθησε. Την περίμενε στην είσοδο ενός σπιτιού,. Μπήκαν σαν τους κλέφτες. Το σπίτι μύριζε αυτήν την κλασσική μυρωδιά των σπιτιών ενός νησιού. Δεξιά απο την είσοδο είχε ένα καναπέ, στον οποίο άφησε το τσαντάκι της. Αριστερά μια πόρτα δωματίου. Ένα μεγάλο αρχοντικό έπιπλο δίπλα απο την πόρτα του δωματίου και στο βάθος μέσα άναβε ένα φως. Με το που έκλεισαν την πόρτα, όρμηξαν. 
-Μη το ξανακάνεις αυτό, της είπε. Ούτε ένα τηλέφωνο όλη μέρα. Τρελάθηκα. 
Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Χάθηκε στο φιλί του, κόντεψε να τη ρουφήξει ολόκληρη. Τα χέρια της χάιδεψαν το στήθος του και κατέβηκαν προς το παντελόνι. ...πως βγαίνει αυτή η ρημάδα η ζώνη;... Σα να διάβασε τη σκέψη της, ξεκούμπωσε τη ζώνη και έβαλε το χέρι του κάτω απο το φουστάκι της.Κατέβασε το μαγιό της και άφησε τη γλώσσα του να ταξιδέψει στον παράδεισο του. Όλη η υγρασία της οφειλόταν σε αυτόν και δε γινόταν να μη τη γλείψει. Το χέρι της μέσα απο το παντελόνι του, ένιωθε τη στύση του. Ήθελε να το μυρίσει, να το γευτεί. Το πήρε στο στόμα της. Με τη λύσσα που είχε θα μπορούσε να το γλείφει ώρες ατελείωτες. Τη γύρισε στα τέσσερα, αυτή ακούμπησε στο μπράτσο του καναπέ. Και μπήκε μέσα της...Την περίμεναν μήνες αυτή τη στιγμή. Ήταν εκεί μέσα της! Επιτέλους! Ο πόθος ήταν μεγάλος, οι μέρες που περίμεναν να συμβεί αυτό πολλές, το μέρος επικίνδυνο και το άγχος μη τους πιάσει κανείς μεγάλο, κι έτσι ο οργασμός του δεν άργησε να έρθει. Γύρισε και ήπιε όλα τα υγρά της ηδονής του. Τη φίλησε στο στόμα.
-Συγνώμη, της είπε. Και τότε ακούστηκε η καγκελόπορτα... Πού να τρέξεις και πού να κρυφτείς...Η Αριάδνη βγήκε από την πίσω πόρτα και χάθηκε μέσα στα στενά.
Ήταν απογοητευμένη. Ένιωσε φτηνή. Και ο μόνος λόγος ήταν ότι το φανταζόταν αλλιώς. Αυτή την πρώτη φορά την είχε πλάσει αλλιώς στη φαντασία της. Ξαναγύρισε στο καρτοτηλέφωνο με ένα μπουκάλι νερό στο χέρι. Φαινόταν στη φάτσα της ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Την πήρε τηλ...
-Συγνώμη. Ξενέρωσες?
-Δεν ξενέρωσα.
-Τότε γιατί έχεις τέτοια φάτσα?
-Δεν ξενέρωσα βρε μωρό μου. Η φάτσα μου είναι έτσι απο τα πικρά σου χύσια, αστειεύτηκε. 
Έκλεισαν το τηλ και γύρισε στο δωμάτιο. Μπήκε στο μπάνιο. Άνοιξε το καυτό και με τη φαντασία της έκανε όλα αυτά που δεν μπόρεσαν να κάνουν...

2η ημέρα διακοπών

Ξύπνησε πρωί πρωί! Έπρεπε να φέρει ψωμί, από το φούρνο απέναντι από το καφέ. Πλύθηκε, ντύθηκε, σουλουπώθηκε, σκούντηξε τον άντρα της:
-Μωρό μου, πάω στο φούρνο. 
Πήρε τον ανήφορο. Έφτασε έξω από το φούρνο, Έριξε μια ματιά απέναντι. Ήταν μέσα. Μπήκε στο φούρνο. Δεν είχε ψωμιά ακόμα! Είναι δυνατόν; Στις 9; Τι ώρα παίρνουν ψωμί εδώ; 
Άδραξε όμως την ευκαιρία.. Μπήκε στο καφέ: 
-Καλημέρα. (Έλιωνε από τον πόθο πρωί πρωί) Ένα freddo cappucino σκέτο, θα ήθελα σε πλαστικό. Θα μπορούσα να καθίσω μέχρι να βγουν τα ψωμιά στο φούρνο; 
-Βεβαίως. Καθίστε και θα σας το φέρω.
-Ευχαριστώ.
Κάθισε σε ένα τραπεζάκι έξω. Τις έφερε τον καφέ.
-Γιατί κάθισες έξω; 
-Μέσα να καθόμουν; Θα δώσουμε στόχο. 
Τα βλέμματα πήραν φωτιά. Πόσο τον ήθελε... 
Ήπιε τον καφέ της και μπήκε μέσα να πληρώσει. Τα χρήματα άλλαξαν χέρια, τα χέρια σφίχτηκαν, τα βλέμματα συναντήθηκαν, τα χείλη ψιθύρισαν "σε θέλω". 
Πως να φύγει Θεέ μου; Πού να πάει; Τα πόδια της δεν μπορούσαν να κουνηθούν. Όλο της το είναι ήθελε να μείνει εκεί. Με βαριά καρδιά πήγε στο φούρνο, πήρε ότι ήταν να πάρει και ξεκίνησε για πίσω.. Χτύπησε το τηλέφωνό της. 
-Σε θέλω.
-Κι εγώ.
-Που θα πάτε για μπάνιο;
-Προς τα δυτικά. 
-Όποτε μπορέσεις πάρε με τηλ. Σε θέλωωωω!
Το απόγευμα, γυρνώντας από το μπάνιο, αφού σουλουπώθηκε για ακόμη μια φορά, πήρε τον ανήφορο με τη δικαιολογία ότι πάει να πάρει τηλ από καρτοτηλέφωνο. Και βέβαια, το καρτοτηλέφωνο ήταν απέναντι από το καφέ. Πήρε σειρά και τον κάλεσε. Η κατάσταση ήταν γελοία.. Δυο άνθρωποι, ο ένας απέναντι από τον άλλο σε πολύ κοντινή απόσταση, μιλούσαν από το τηλέφωνο. Κόλλησαν τα ακουστικά. Ήθελαν να ορμήξουν ο ένας στον άλλο....

Πέμπτη

1η μέρα διακοπών (συνέχεια)

Βγήκε από το μπάνιο και κοίταξε στον καθρέπτη. Κανονικά θα έπρεπε να ντρέπεται! Όμως αυτή η περίεργη λάμψη στα μάτια της μόνο ντροπή δε φανέρωνε. Ξύπνησε και ο άντρας της.
-Τώρα ήρθες βρε μωρό μου; τη ρώτησε.
-Είναι δυνατόν να ήρθα τώρα. Μόλις βγήκα από το μπάνιο. Δε θα κάνουμε καμμιά βόλτα; 9 πάει.
Τι κούραση κουβαλούσε; Κι όμως τα πόδια της την οδηγούσαν εκεί. Ανηφόρισαν τον πεζόδρομο, χαζεύοντας τις βιτρίνες. Όλοι απολάμβαναν την όμορφη βόλτα τους, εκτός από αυτή.
Πλησιάζοντας στο καφέ, τον είδε εκεί να κάθεται και να περιμένει. Ήθελε να γίνει ένα θαύμα, ένα κάτι να εξαφανιστούν οι πάντες και να μείνουν οι δυο τους. Κατευθύνθηκαν στη βιτρίνα απέναντι από το καφέ. Προσποιήθηκε ότι κοίταζε τα παπούτσια αλλά μέσα από το τζάμι έβλεπε μόνο εκείνον. Πόσο όμως να χαζέψει κανείς μια βιτρίνα; Κάτι έπρεπε να σκεφτεί να τους καθυστερήσει.
-Πείνασα εγώ παιδιά. Δεν έφαγα και καλά το μεσημέρι. Μου σπασαν και τη μύτη οι μυρωδιές από τα σουβλάκια. Θέλω ένα σουβλάκι.
Και παρήγγειλε και στάθηκε δίπλα από το καφέ για να το φάει. Δεν μπορούσε να χρονοτριβήσει άλλο. Θα καρφωνόταν. Πήραν τον κατήφορο και κάθισαν σε ένα καφέ στην παραλία. Θυμήθηκε ότι της είχε πει το μεσημέρι... το βράδυ θέλω να σε δω. Όπου καθίσετε για ποτό, πάρε με τηλ να μου πεις... Προφασίστηκε τουαλέτα και τον πήρε τηλ. Θα ερχόταν το πολύ σε μια ώρα.
Η ώρα περνούσε, η παρέα κουράστηκε και αυτός άφαντος. Ό,τι και να είπε στην παρέα δεν κατάφερε να τους πείσει να καθίσουν λίγο ακόμα. Ανεβαίνοντας για το ξενοδοχείο έπεσε πάνω του. Όχι ρε γαμώτο. Μπήκαν στο δωμάτιο και βγήκε στο μπαλκόνι. Είχε ήδη γνωστοποιήσει τη διάθεσή της να περπατήσει. Πρώτη μέρα στο νησί και αυτοί κλείστηκαν από τις δώδεκα μέσα. Ο κόσμος που κυκλοφορούσε έξω σύμμαχός της. Κάθισε στο μπαλκόνι και τον είδε να ανηφορίζει. Μετά από λίγο να κατηφορίζει. Της έκανε νόημα "θέλω να σε δω". Τον παρακολούθησε με το βλέμμα της και ήξερε πια ακριβώς που κάθεται. Τα παιξε όλα για όλα:
-Μωρό μου, θα βγω να περπατήσω. Έχω υπερένταση και δε μπορώ να κοιμηθώ απο τώρα.
Πήγε και τον βρήκε. Ήταν με ένα φίλο του, γνώστη της κατάστασης. Ήπιαν ένα ποτό, σίγουρα όμως προτιμούσαν να πιει ο ένας τον άλλο.....

Υπάρχει τουαλέτα; 1η ημέρα των διακοπών.

Ο Θησέας μπήκε μέσα από το μπαρ. Οι στιγμές ήταν αμήχανες! Η ατμόσφαιρα μύριζε πάθος αλλά πώς να το διαχειριστούν; Αρχικά, είπαν τα τυπικά. Τα μάτια της είχαν καρφωθεί στα μάτια και στα χείλη του. Ήθελε τόόόόόόόόόσο πολύ να τα γευτεί. Του ζήτησε να της φτιάξει ένα καφέ, για ξεκάρφωμα.
-Είσαι πολύ γλυκιά, της είπε.
Μάλλον περίμενε να ακούσει κάτι άλλο, αλλά τον δικαιολόγησε λόγω της αμηχανίας.
Ξαναπήρε το λόγο:
-Τουαλέτα θέλετε; Βεβαίως υπάρχει, εδώ πίσω.
Άφησε τις σακούλες της σε μια καρέκλα και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα.Άφησε το καφέ μόνο του και  την ακολούθησε. Μόλις βρέθηκαν στην ασφάλεια της τουαλέτας, την άρπαξε στην κυριολεξία και πέρασε όλο του το πάθος στα χείλη της. Ρίγησε όλο της κορμί. Ναι! Την περίμενε μήνες αυτή τη στιγμή. Τον άφησε να την παρασύρει στη δίνη του φιλιού του. Την σήκωσε στα δυο του χέρια και αυτή τυλίχτηκε γύρω του.
Τον ήθελε απεγνωσμένα. Της το φανέρωνε το κορμί της. Της το φανέρωνε η υγρασία της.
Την ήθελε απεγνωσμένα. Της το φανέρωνε η λύσσα του φιλιού του. Της το φανέρωνε η στύση του.
Ένας θόρυβος τους διέκοψε.
-Μη το κουνήσεις από'δω, της είπε.
Έριξε μια ματιά να δει τι γίνεται έξω και ξαναγύρισε. Την πλησίασε απο πίσω, καθώς εκείνη έπλενε τα χέρια της για ξεκάρφωμα. Την τύλιξε και τα δυο χέρια χάιδεψαν το στήθος της. Τη φίλησε στο λαιμό και έψαξε τα χείλη της. Το χέρι της χάιδεψε τη στύση του και κατευθύνθηκε μέσα απο το παντελόνι του. Δε χρειάστηκε να κατέβει προς τα κάτω. Η στύση του είχε βγει απ' το παντελόνι. Πόσο το ήθελε! Να το αγγίξει, να το γευτεί, να το νιώσει μέσα της,. Ταυτόχρονα, και αυτός ήθελε να ανακαλύψει τον παράδεισό  του. Έβαλε το χέρι κάτω απο το σορτσάκι της. Ένιωσε πόσο πολύ τον ήθελε....
Το μέρος όμως δεν επέτρεπε τη συνέχεια. Ένας ακόμη θόρυβος τους συνέφερε.
-Πρέπει να φύγω. Λείπω ώρες!, του είπε.
Πώς να αφήσει ο ένας τον άλλο; Πώς να χωριστούν δυο κορμιά καμμένα απο τον πόθο;
Πήρε τον καφέ της, τα ψώνια της και την υγρασία της που της φώναζε να κάτσει και έφυγε.
Γύρισε στο δωμάτιο. Ο άντρας της, ευτυχώς, κοιμόταν.
Μπήκε στο μπάνιο. Δεν ήθελε όμως να αφήσει το νερό να ξεπλένει το άγγιγμά του. Άνοιξε τη βρύση, έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε όλα αυτά που ήθελαν να κάνουν και δεν έκαναν...