Το προηγούμενο βράδυ πήγε και ήρθε πολλές φορές... Ήταν ένα δύσκολο βράδυ... Σκεφτόταν όλα όσα έγιναν... σκεφτόταν πώς ήθελε να γίνουν... Ναι, είχε απογοητευτεί... Το χε πλάσει αλλιώς στη φαντασία της... το είχαν συζητήσει πολλές φορές και το είχαν φανταστεί αλλιώς.
Ξημέρωσε η 4η μέρα... ημέρα Πέμπτη... Σηκώθηκε, μπήκε στο μπάνιο, άφησε το νερό να τρέξει πάνω της παγωμένο. Ήθελε να μουδιάσει το μυαλό της. Όχι, όχι, δεν είχε τύψεις κι ας μη το άξιζε ο άντρας της. Ο άντρας της.... Ο μόνος άντρας, ίσως, που έκανε και θα έκανε ανά πάσα ώρα και στιγμή τα πάντα για αυτή. Δεν είχε αυταπάτες. Ούτε περίμενε από τον Θησέα τέτοιες θυσίες. Αν και ενδόμυχα το ήθελε.
Βγήκε απ' το μπάνιο χωρίς να έχει σταματήσει ούτε λεπτό να σκέφτεται. Ντύθηκε, μακιγιαρίστηκε ελαφρώς και βγήκε για την καθιερωμένη επίσκεψη στο φούρνο. Κι όμως, ακόμα η καρδιά της χτυπούσε περίεργα... Μπήκε στο καφέ... Το κλίμα περίεργο.. Την κοιτούσε κάπως...
-Καλημέρα, ένα freddo σκέτο, του χαμογέλασε πλατιά.
Οι ματιές διεισδυτικές. Τα μάτια θέλαν να δουν πίσω από την εικόνα, να διαβάσουν το μυαλό.
-Καθίστε και θα σας το φέρω.
Επέλεξε το ίδιο τραπέζι που κάθισε και την προηγούμενη φορά. Καλά που σκέφτηκε να πάρει και ένα περιοδικό μαζί της.
Της έφερε τον καφέ.
-Συγνώμη για χθες. Τρέμουν τα πόδια μου αυτή τη στιγμή. Συγνώμη.
-Δεν υπάρχει λόγος να ζητάς συγνώμη. Οι συνθήκες ήταν πολύ επικίνδυνες. Η αλήθεια είναι ότι ξενέρωσα. Ξενέρωσα όμως γιατί το είχα φανταστεί αλλιώς.
-Κάνε με κι άλλο σκατά.
-Βρε μωρό μου, σου εξηγώ για ποιο λόγο ξενέρωσα. Ένιωσα λίγο φτηνή.
-Δεν ήταν φτηνό, μη το ξαναπείς.
-Δεν έχει αλλάξει κάτι, να το ξέρεις. Σε θέλω όσο και πριν, μπορεί και περισσότερο.
Μπήκε και βγήκε στο μαγαζί πολλές φορές. Κάθε φορά και με δικαιολογία στα χέρια. Ναι, στα χέρια. Τη μια με τον τουριστικό οδηγό του νησιού, στεκούμενος από πάνω της τάχα της έδειχνε κάτι παραλίες. Την άλλη, με ένα μπουκαλάκι εμφιαλωμένο νερό που ξέχασε να της φέρει...
Εδώ που τα λέμε αγαπητή μου, όλες αυτές οι κινήσεις του ήταν ένα είδος θυσίας. Ήδη τους είχε πάρει χαμπάρι η γειτονιά κι όμως προσπαθούσε.
-Πώς θα γίνει να βρεθούμε;, τη ρώτησε.
-Ελπίζω να πάνε για ψάρεμα. Αλλά που θα πάμε;
-Τα έχω κανονίσει όλα, μη στεναχωριέσαι. Αλλά πρέπει να ξέρω.
-Δεν μπορώ να σου πω με σιγουριά. Σήμερα δε γίνεται; Οι άντρες της παρέας θα πάνε να δουν το ματς. Δε μπορείς να ξεκλέψεις 2 ώρες;
-Με τίποτα, Τι θα πω; Πού πάω;Πού θα αφήσω το μαγαζί;
-Δεν ξέρω. Παρακάλα να πάνε για ψάρεμα! Πρέπει να φύγω.
-Όποτε μπορείς πάρε με.
Και έφυγε. Όταν ξάπλωσε στην ξαπλώστρα, κάτω από τον καυτό ήλιο ένα πράγμα σκεφτόταν. Παρακαλούσε να πάνε για ψάρεμα. Ίσως αν είχε χρόνο με το Θησέα να ήταν διαφορετικά, να ήτα όπως το είχαν φανταστεί. Προσπαθούσε να τους ψαρέψει αλλά και αυτοί δεν ήταν πολύ σίγουροι. Τζίφος!
Το βραδάκι, οι άντρες της παρέας βγήκαν για να δουν το ματς. Οι γυναίκες θα πήγαιναν για καφέ. Πού αλλού;
Φόρεσε ένα μαύρο κοντό φορεματάκι. Εσώρουχο; Είχε δίλημμα: κόκκινο ή καθόλου; Τελικά αποφάσισε κόκκινο. Ναι! Θα τον τρέλαινε απόψε!