Από την προηγούμενη μέρα είχαν κανονίσει να βρεθούν στις 9 το πρωί στο καφέ. Προέκυψε όμως η κρουαζιέρα και η Αριάδνη πήγε για ακόμη μια μέρα στο φούρνο, αλλά πολύ νωρίς, γύρω στις 8 και κάτι. Έκανε τα ψώνια της και πήγε να πάρει τον καφέ της. Δεν ήταν όμως. Οπότε έφυγε.
Ξεκίνησαν την κρουαζιέρα τους. Δε μπόρεσε να απομονωθεί καθόλου για να τον ενημερώσει. Όταν αργά το απόγευμα, επέστρεψαν, όπως ήταν με το μαγιό και τα αλάτια ξεκίνησε για το καρτοτηλέφωνο. Ανηφορίζοντας τον πήρε τηλ.
-Πού είσαι όλη μέρα? Ανησύχησα.
-Μωρό μου δε μπόρεσα να σε πάρω. Πήγαμε κρουαζιέρα. Ανεβαίνω προς τα πάνω.
Φτάνοντας στο καρτοτηλέφωνο, βρήκε κόσμο και περίμενε τη σειρά της. ... άντε ρε γαμώτο...τώρα θα τα πεί όλα;...
Τον είδε να βγαίνει από το καφέ, κρατώντας κλειδιά και να έρχεται προς το μέρος της. Μόλις την έφτασε, του ψιθύρισε
- Να έρθω;
Ταυτόχρονα όμως της είπε:
-Έλα.
Τον άφησε να φύγει μερικά βήματα μπροστά και τον ακολούθησε. Την περίμενε στην είσοδο ενός σπιτιού,. Μπήκαν σαν τους κλέφτες. Το σπίτι μύριζε αυτήν την κλασσική μυρωδιά των σπιτιών ενός νησιού. Δεξιά απο την είσοδο είχε ένα καναπέ, στον οποίο άφησε το τσαντάκι της. Αριστερά μια πόρτα δωματίου. Ένα μεγάλο αρχοντικό έπιπλο δίπλα απο την πόρτα του δωματίου και στο βάθος μέσα άναβε ένα φως. Με το που έκλεισαν την πόρτα, όρμηξαν.
-Μη το ξανακάνεις αυτό, της είπε. Ούτε ένα τηλέφωνο όλη μέρα. Τρελάθηκα.
Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Χάθηκε στο φιλί του, κόντεψε να τη ρουφήξει ολόκληρη. Τα χέρια της χάιδεψαν το στήθος του και κατέβηκαν προς το παντελόνι. ...πως βγαίνει αυτή η ρημάδα η ζώνη;... Σα να διάβασε τη σκέψη της, ξεκούμπωσε τη ζώνη και έβαλε το χέρι του κάτω απο το φουστάκι της.Κατέβασε το μαγιό της και άφησε τη γλώσσα του να ταξιδέψει στον παράδεισο του. Όλη η υγρασία της οφειλόταν σε αυτόν και δε γινόταν να μη τη γλείψει. Το χέρι της μέσα απο το παντελόνι του, ένιωθε τη στύση του. Ήθελε να το μυρίσει, να το γευτεί. Το πήρε στο στόμα της. Με τη λύσσα που είχε θα μπορούσε να το γλείφει ώρες ατελείωτες. Τη γύρισε στα τέσσερα, αυτή ακούμπησε στο μπράτσο του καναπέ. Και μπήκε μέσα της...Την περίμεναν μήνες αυτή τη στιγμή. Ήταν εκεί μέσα της! Επιτέλους! Ο πόθος ήταν μεγάλος, οι μέρες που περίμεναν να συμβεί αυτό πολλές, το μέρος επικίνδυνο και το άγχος μη τους πιάσει κανείς μεγάλο, κι έτσι ο οργασμός του δεν άργησε να έρθει. Γύρισε και ήπιε όλα τα υγρά της ηδονής του. Τη φίλησε στο στόμα.
-Συγνώμη, της είπε. Και τότε ακούστηκε η καγκελόπορτα... Πού να τρέξεις και πού να κρυφτείς...Η Αριάδνη βγήκε από την πίσω πόρτα και χάθηκε μέσα στα στενά.
Ήταν απογοητευμένη. Ένιωσε φτηνή. Και ο μόνος λόγος ήταν ότι το φανταζόταν αλλιώς. Αυτή την πρώτη φορά την είχε πλάσει αλλιώς στη φαντασία της. Ξαναγύρισε στο καρτοτηλέφωνο με ένα μπουκάλι νερό στο χέρι. Φαινόταν στη φάτσα της ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Την πήρε τηλ...
-Συγνώμη. Ξενέρωσες?
-Δεν ξενέρωσα.
-Τότε γιατί έχεις τέτοια φάτσα?
-Δεν ξενέρωσα βρε μωρό μου. Η φάτσα μου είναι έτσι απο τα πικρά σου χύσια, αστειεύτηκε.
Έκλεισαν το τηλ και γύρισε στο δωμάτιο. Μπήκε στο μπάνιο. Άνοιξε το καυτό και με τη φαντασία της έκανε όλα αυτά που δεν μπόρεσαν να κάνουν...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου