Ξύπνησε πρωί πρωί! Έπρεπε να φέρει ψωμί, από το φούρνο απέναντι από το καφέ. Πλύθηκε, ντύθηκε, σουλουπώθηκε, σκούντηξε τον άντρα της:
-Μωρό μου, πάω στο φούρνο.
Πήρε τον ανήφορο. Έφτασε έξω από το φούρνο, Έριξε μια ματιά απέναντι. Ήταν μέσα. Μπήκε στο φούρνο. Δεν είχε ψωμιά ακόμα! Είναι δυνατόν; Στις 9; Τι ώρα παίρνουν ψωμί εδώ;
Άδραξε όμως την ευκαιρία.. Μπήκε στο καφέ:
-Καλημέρα. (Έλιωνε από τον πόθο πρωί πρωί) Ένα freddo cappucino σκέτο, θα ήθελα σε πλαστικό. Θα μπορούσα να καθίσω μέχρι να βγουν τα ψωμιά στο φούρνο;
-Βεβαίως. Καθίστε και θα σας το φέρω.
-Ευχαριστώ.
Κάθισε σε ένα τραπεζάκι έξω. Τις έφερε τον καφέ.
-Γιατί κάθισες έξω;
-Μέσα να καθόμουν; Θα δώσουμε στόχο.
Τα βλέμματα πήραν φωτιά. Πόσο τον ήθελε...
Ήπιε τον καφέ της και μπήκε μέσα να πληρώσει. Τα χρήματα άλλαξαν χέρια, τα χέρια σφίχτηκαν, τα βλέμματα συναντήθηκαν, τα χείλη ψιθύρισαν "σε θέλω".
Πως να φύγει Θεέ μου; Πού να πάει; Τα πόδια της δεν μπορούσαν να κουνηθούν. Όλο της το είναι ήθελε να μείνει εκεί. Με βαριά καρδιά πήγε στο φούρνο, πήρε ότι ήταν να πάρει και ξεκίνησε για πίσω.. Χτύπησε το τηλέφωνό της.
-Σε θέλω.
-Κι εγώ.
-Που θα πάτε για μπάνιο;
-Προς τα δυτικά.
-Όποτε μπορέσεις πάρε με τηλ. Σε θέλωωωω!
Το απόγευμα, γυρνώντας από το μπάνιο, αφού σουλουπώθηκε για ακόμη μια φορά, πήρε τον ανήφορο με τη δικαιολογία ότι πάει να πάρει τηλ από καρτοτηλέφωνο. Και βέβαια, το καρτοτηλέφωνο ήταν απέναντι από το καφέ. Πήρε σειρά και τον κάλεσε. Η κατάσταση ήταν γελοία.. Δυο άνθρωποι, ο ένας απέναντι από τον άλλο σε πολύ κοντινή απόσταση, μιλούσαν από το τηλέφωνο. Κόλλησαν τα ακουστικά. Ήθελαν να ορμήξουν ο ένας στον άλλο....
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου