Ξημέρωσε η Παρασκευή. Μέρα που πιθανόν να πήγαιναν για ψάρεμα οι άντρες της παρέας. Ήταν η τελευταία τους ευκαιρία. Την επομένη αναχωρούσαν απο το νησί.
Σηκώθηκε στην ώρα της και ετοιμάστηκε για την καθιερωμένη επίσκεψη στο φούρνο. Την είχε φάει ο ποδαρόδρομος. Ήταν η πρώτη φορά που αντί να βάλει κιλά στις διακοπές, έχασε κιόλας.
Μπήκε στο καφέ. Μίλησαν τα μάτια...
Λίγο αργότερα, ξαπλωμένη στην παραλία, προσπαθούσε να φέρει την κουβέντα στο ψάρεμα και τελικά πήρε την απάντησή της. ΟΧΙ, δε θα πήγαιναν. Και τότε μαυροφόρεσε. Γύρισε μπρούμυτα στην ξαπλώστρα. Μαζί με το μυαλό της ας καιγόταν και το σώμα της και αφού δεν μπορούσε να της το κάψει ο Θησέας, ας το καιγε ο ήλιος.
Το τελευταίο αυτό βράδυ περιποιήθηκε σχολαστικότατα τον εαυτό της. Τουλάχιστον στην τελευταία ανάμνησή του να ήταν όμορφη, αφού δε θα είχε και τίποτα άλλο από αυτήν. Μπήκε και βγήκε κανα δυο φορές στο μαγαζί εκείνο το βράδυ, με διάφορες δικαιολογίες. Στη συνέχεια μίλησαν αρκετή ώρα στο τηλέφωνο. Αποχαιρετίστηκαν .
- Μόλις φτάσετε να με πάρεις.
Ένα πράγμα ήξερε μόνο: θα της έλειπε πολύ !
Αντίο όμορφο νησί. Αντίο μωρό μου!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου