Έβαλε το μαύρο φουστανάκι της, το κόκκινο στριγκάκι της, πήρε αγκαζέ τη φιλενάδα της και ξεκίνησαν για μια βόλτα στα μαγαζιά, η οποία σαφώς και κατέληξε στο γνωστό καφέ. Τσέκαρε από μακριά που καθόταν και διάλεξε ένα τραπέζι ακριβώς απέναντι του. Σαν σωστός καταστηματάρχης που προσέχει τους "καλούς" πελάτες, πήρε ο ίδιος παραγγελία από τα κορίτσια. Έφερε τους καφέδες και κάθισε στη θέση του. Οι ματιές έκαιγαν ολόκληρο δάσος. Τον έπιασε να προσπαθεί να δει κάτω απο το φουστανάκι της. Δεν υπήρχε λόγος να τον δυσκολεύει. Άνοιξε λίγο τα πόδια της και τότε τον είδε να γουρλώνει τα μάτια του. ...σίγουρα δε γουρλώθηκαν μόνο τα μάτια του... Η επόμενη κίνησή του ήταν να κατεβάσει την μπλούζα του. Κάτι προσπαθούσε να κρύψει. Όσο και να προσπαθούσε όμως, ήταν τόσο εμφανής η στύση του που την τρέλανε ακόμα περισσότερο.
Τον είδε να σηκώνεται, να μπαίνει στο μαγαζί και ερχόμενος ξανά προς την έξοδο της έκανε νόημα να πάει στην τουαλέτα. Αυτή έπαιξε λίγο με τη σαντιγί, λέρωσε τα χέρια της για να χει μια καλή δικαιολογία και κατευθύνθηκε στην τουαλέτα. Εκείνη την ώρα, ερχόταν και αυτός απο πίσω της κρατώντας δυο ρολά χαρτί υγείας. Καμουφλάζ.
Με το που έκλεισε η πόρτα, όρμηξαν σα λυσσασμένα σκυλιά. Να προλάβουν να αρπάξουν όσο περισσότερο μπορέσουν απο τη λεία τους. Οι ανάσες τους καυτές, τα φιλιά τους ατίθασα, τα χέρια τους μπλεγμένα.
-Δεν αντέχω άλλο, της ψιθύρισε.
Τον καταλάβαινε, τον ένιωθε, τον πίστευε. Και το δικό της σώμα το ίδιο φώναζε....
Βγήκε πρώτος. Η Αριάδνη έπλενε τα χέρια της, έφτιαξε τα μαλλιά της και με την ησυχία της κάθισε στο τραπέζι της. Τα πράγματα όμως τώρα ήταν πιο δύσκολα. Η φωτιά, όχι μόνο είχε ανάψει αλλά έκαιγε ό,τι έβρισκε στο πέρασμά της. Το κακό (;) ήταν οτι ήθελαν και οι δυο να καούν. Συνέχισε να τον προκαλεί, ανοιγοκλείνοντας τα πόδια της. Όλως τυχαίως του έπεσαν τα τσιγάρα, μετά ο αναπτήρας. Ήθελε να δει τον παράδεισό του και αυτή δε θα του στερούσε τη θέα, για κανέναν λόγο.
Το κινητό της, τη συνέφερε και την προσγείωσε στην πραγματικότητα. Ήρθε η ώρα να φύγει. Δεν ήθελε όμως. Και τι δε θα δινε να εξαφανίζονταν όλοι και να έμεναν οι δυο τους, Εκεί, μόνοι, για λίγο...
Τον είδε να σηκώνεται, να μπαίνει στο μαγαζί και ερχόμενος ξανά προς την έξοδο της έκανε νόημα να πάει στην τουαλέτα. Αυτή έπαιξε λίγο με τη σαντιγί, λέρωσε τα χέρια της για να χει μια καλή δικαιολογία και κατευθύνθηκε στην τουαλέτα. Εκείνη την ώρα, ερχόταν και αυτός απο πίσω της κρατώντας δυο ρολά χαρτί υγείας. Καμουφλάζ.
Με το που έκλεισε η πόρτα, όρμηξαν σα λυσσασμένα σκυλιά. Να προλάβουν να αρπάξουν όσο περισσότερο μπορέσουν απο τη λεία τους. Οι ανάσες τους καυτές, τα φιλιά τους ατίθασα, τα χέρια τους μπλεγμένα.
-Δεν αντέχω άλλο, της ψιθύρισε.
Τον καταλάβαινε, τον ένιωθε, τον πίστευε. Και το δικό της σώμα το ίδιο φώναζε....
Βγήκε πρώτος. Η Αριάδνη έπλενε τα χέρια της, έφτιαξε τα μαλλιά της και με την ησυχία της κάθισε στο τραπέζι της. Τα πράγματα όμως τώρα ήταν πιο δύσκολα. Η φωτιά, όχι μόνο είχε ανάψει αλλά έκαιγε ό,τι έβρισκε στο πέρασμά της. Το κακό (;) ήταν οτι ήθελαν και οι δυο να καούν. Συνέχισε να τον προκαλεί, ανοιγοκλείνοντας τα πόδια της. Όλως τυχαίως του έπεσαν τα τσιγάρα, μετά ο αναπτήρας. Ήθελε να δει τον παράδεισό του και αυτή δε θα του στερούσε τη θέα, για κανέναν λόγο.
Το κινητό της, τη συνέφερε και την προσγείωσε στην πραγματικότητα. Ήρθε η ώρα να φύγει. Δεν ήθελε όμως. Και τι δε θα δινε να εξαφανίζονταν όλοι και να έμεναν οι δυο τους, Εκεί, μόνοι, για λίγο...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου