Τετάρτη

Το ταξίδι ατελείωτο...Το αυτοκίνητο κατάπινε τα χιλιόμετρα, αυτή όμως ένιωθε ότι ήταν στο ίδιο μέρος. Δεν έβλεπε την ώρα να φτάσουν. Έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε να φανταστεί τη στιγμή της συνάντησης. Πώς θα ήταν άραγε; Τι θα του έλεγε; Έφτιαχνε διάφορα σενάρια στο μυαλό της. Προσπαθούσε να συμμετέχει στη συζήτηση των συνεπιβατών της για να ξεχαστεί αλλά δυσκολευόταν. Προσπάθησε να κοιμηθεί για να γλιτώσει από τα ανελέητα χιλιόμετρα που τους χώριζαν, όμως με το που έκλεινε τα μάτια χανόταν στη στιγμή της συνάντησης. Και οι συνεπιβάτες; Τρεις την ώρα στάση ήθελαν..όχι να πιουν καφέ..όχι να πάνε προς νερού τους...όχι να κάνουν τσιγάρο... Ναι, είχε απαγορεύσει στις φυσικές της ανάγκες να λειτουργούν προκειμένου να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα.. Ναι, σαφώς και είχε σκάσει για τσιγάρο αλλά δεν ήθελε να σταματήσουν για τίποτα και για κανένα λόγο..
Και όσο πλησίαζαν , τόσο η καρδιά της χοροπηδούσε στο στήθος της! 
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!!!! Πάτησαν το πόδι τους στο νησί...Τα μάτια της ορθάνοιχτα, μήπως τον πετύχει πουθενά. Γρήγορα να εντοπίσουν το ξενοδοχείο, γρήγορα να ξεφορτώσουν...
-Άντε βρε παιδιά, ακόμα δεν είστε έτοιμοι; Εμείς πεθάναμε στην πείνα, απευθύνθηκε στο φιλικό ζευγάρι. Σιγά που θα έτρωγε... Δυο μήνες τώρα, τρώει ίσα ίσα για να υπάρχει, τώρα θα έτρωγε που το στομάχι της ήταν κόμπος; 
Έκατσαν για φαγητό σε ένα από αυτά τα ωραία ταβερνάκια των νησιών...Ήταν όλοι τους πολύ κουρασμένοι από το ταξίδι και μετά το φαγητό, ήρθε η ώρα για ξεκούραση. Είχε ήδη σκεφτεί στο περίπου πώς θα την κοπανήσει : 
-Λοιπόν παιδιά, πηγαίνετε εσείς στο ξενοδοχείο, να ψάξω εγώ να βρω κανα super market να πάρουμε ψιλοπράγματα για τα δωμάτια.
-Δε θες να έρθω μαζί σου μωρό μου;, τη ρώτησε ο άντρας της.
-Μωρό μου είσαι πτώμα από την οδήγηση αλλά αν θες έλα.
-Πειράζει να ξαπλώσω εγώ;
-Πήγαινε βρε μωρό μου, ευχήσου μου μόνο μη χαθώ...
Βέβαια, ο άντρας της ήξερε καλύτερα από όλους ότι στον προσανατολισμό μονό πτυχίο δεν είχε...ήταν άριστη. Το θέμα ήταν να ξεφύγει και να δικαιολογήσει την τυχόν καθυστέρηση της, θα έβλεπε μετά πως θα τα μπάλωνε.
Το ξενοδοχείο βρισκόταν στον ίδιο δρόμο με το καφέ του Θησέα, τυχαίο; Όχι βέβαια! Δεν ήξερε ακριβώς που, αλλά θα το' βρισκε! Ξεκίνησε λοιπόν το περπάτημα. Είχε πάει πέντε παρά, ο ήλιος έκαιγε αλλά ένα δροσερό αεράκι της έκανε το χατίρι. Τελικά δεν ήταν πολύ μακριά. Προς απογοήτευσή της, ήταν κλειστό!!!!! Το φανταζόταν αλλά είχε μια κρυφή ελπίδα πως θα την περίμενε. Και τώρα; Τι να κάνει μέχρι να ανοίξει; Προς στιγμή τα'χασε. Γρήγορα όμως έβαλε τις σκέψεις της σε τάξη. Έπρεπε να βρει super market, μη γυρίσει με άδεια χέρια. Περιπλανήθηκε λίγο στους πλακόστρωτους δρόμους, βγήκε σε ένα κεντρικό δρόμο, ελπίζοντας ότι κάτι θα βρει. Για να ρωτήσει περαστικό, ούτε συζήτηση! Εντόπισε ένα super, έκανε τα ψώνια της και πήρε το δρόμο για το καφέ. Φτάνοντας απ'έξω, το βρήκε πάλι κλειστό. Η ώρα πέντε και μισή. Δεν είχε σκοπό όμως να φύγει. Θα περίμενε εκεί, να τον δει μια στιγμή. Κάθισε σε ένα πεζουλάκι απέναντι από το καφέ και λίγο πιο κάτω για να μην είναι φάτσα φόρα και κινήσει και την περιέργεια των γειτόνων. Ευτυχώς που σκέφτηκε να πάρει και ένα Redbull να πιει. Άναψε ένα τσιγάρο και κάρφωσε το βλέμμα της στην πόρτα του καφέ. Λίγο μετά παρασύρθηκε και χάζευε τους περαστικούς...τουρίστες κατα κύριο λόγο. Προσπαθούσε να καταλάβει από την έκφραση του προσώπου τους, τι θα μπορούσαν να σκέφτονται βλέποντας την.
Η ώρα έξι και πέντε. Από τα δεξιά της ένας μελαχρινός τύπος κατηφορίζει. Φοράει τζιν παντελόνι, μαύρο t-shirt, άσπρα Nike παπούτσια και μπλε γυαλί. Θα τον αναγνώριζε ανάμεσα σε εκατοντάδες κόσμο. Σταματάει να χαιρετήσει κάποιους γνωστούς του. Μια κυρία τον περιμένει. Κάτι του λέει. Συνεχίζει να καπνίζει και μένει ανέκφραστη. Θα με γνωρίσει άραγε;  Ο μελαχρινός τύπος της ρίχνει μερικές ματιές καθώς κατηφορίζει. Φτάνει στην είσοδο του καφέ και ψάχνει τα κλειδιά του. Την έχει πλάτη. Γυρνάει την κοιτάει... Ξαναγυρνάει μπροστά του...Του πέφτουν τα κλειδιά από τα χέρια. Σκύβει να τα πάρει και την ξανακοιτάει. Ανοίγει την πόρτα. Βγαίνει κουβαλώντας κάτι κιβώτια αλλά τα μάτια του είναι πάνω της. Και αυτή, φυσικά, δεν τον άφησε στιγμή από το βλέμμα της. Μπαίνει στο καφέ, παίρνει το τηλέφωνο και στέκεται στην πόρτα του καφέ. Χτυπάει το κινητό της...
-Έλα μέσα..., της λέει!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου